ακινητοποιούμαι


ακινητοποιούμαι
ακινητοποιούμαι, ακινητοποιήθηκα, ακινητοποιημένος βλ. πίν. 74 , βλ. πίν. 75
——————
Σημειώσεις:
ακινητοποιώ, ακινητοποιούμαι : σπάνια χρησιμοποιείται και ο τύπος ακινητώ (βλ. πίν. 73 , μόνο στον ενεστ.) με την έννοια ακινητοποιώ κάτι ή ακινητοποιούμαι.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακινητοποιώ — ακινητοποιώ, ακινητοποίησα βλ. πίν. 73 Σημειώσεις: ακινητοποιώ, ακινητοποιούμαι : σπάνια χρησιμοποιείται και ο τύπος ακινητώ (βλ. πίν. 73 , μόνο στον ενεστ.) με την έννοια ακινητοποιώ κάτι ή ακινητοποιούμαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λουφάζω — και λωφάζω (Μ λωφάζω) ζαρώνω, ακινητοποιούμαι, ιδίως από φόβο ή από αμηχανία. [ΕΤΥΜΟΛ. < λωφάζω, με κώφωση < λωφῶ «αναπαύομαι, παύω»] …   Dictionary of Greek

  • μποτιλιάρω — [μποτίλια] 1. βάζω υγρό σε φιάλη και τή σφραγίζω, εμφιαλώνω 2. μτφ. αποκλείω πλοία σε λιμάνι φράζοντας την έξοδο 3. παθ. μποτιλιάρομαι ακινητοποιούμαι λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης …   Dictionary of Greek

  • στέκω — και μέσ. στέκομαι ΝΜ 1. ίσταμαι, παραμένω όρθιος (α. «στεκόταν μπροστά στο σπίτι του» β. «πῶς στέκεσαι καὶ πῶς ἐμβλεματίζεις», Πρόδρ.) 2. (το γ πρόσ. αορ.) στάθηκε συνέβη νεοελλ. 1. σταματώ, παύω να βαδίζω (α. «στάθηκε ξαφνικά στη γωνιά τού… …   Dictionary of Greek

  • στυλώνω — στυλῶ, όω, ΝΑ [στῡλος] στηρίζω κάτι με στύλους, υποστυλώνω νεοελλ. 1. μτφ. (για φαγητά και ποτά) δίνω νέες δυνάμεις σε κάποιον, τονώνω, καρδαμώνω («μέ στύλωσε το κρέας που έφαγα») 2. (μέσ. και παθ.) στυλώνομαι α) μένω ακίνητος, ακινητοποιούμαι β) …   Dictionary of Greek

  • παραλύω — παρέλυσα, παραλύθηκα, παραλυμένος 1. μτβ., ελαττώνω την κινητικότητα, χαλαρώνω, ακινητοποιώ: Η έλλειψη των καυσίμων παρέλυσε τα μηχανοκίνητα μέσα. 2. αμτβ., ελαττώνομαι, χαλαρώνω, ακινητοποιούμαι, ξεχαρβαλώνομαι, καταρρέω: Παρέλυσα από το φόβο,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φρακάρω — (λ. ιταλ.), φράκαρα και φρακάρισα, φρακαρίστηκα, φρακαρισμένος 1. μτβ., ακινητοποιώ, εμποδίζω να κινηθεί κάτι ή κάποιος. 2. αμτβ., ακινητοποιούμαι αναγκαστικά, δεν μπορώ να κινηθώ: Φρακάρανε τα αυτοκίνητα στον πολυσύχναστο και στενό δρόμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)